Με θυμάμαι να κάθομαι στα παγωμένα σκαλιά της εισόδου, να κοιτάζω τα καυτά μου χέρια και να βυθίζω το πρόσωπό μου σε αυτά. Την όμορφη αίσθηση που ένιωσα, χωρίς να έχω συναίσθηση του τι είχε συμβεί. Έκλαψα πολύ. Κάποια στιγμή πήρα μια βαθιά ανάσα και αποφάσισα πως έπρεπε να μπω στο σπίτι και να αντικρίσω την αλήθεια. Ακόμα και αν μου ήταν παραπάνω από οδυνηρή.
Άνοιξα με τα κλειδιά μου, μα μπήκα διστακτικά σαν τον κλέφτη. Κάρφωσα το βλέμμα μου στον καναπέ. Μου ήρθαν εικόνες από τα ήσυχα βράδια που τα περνούσαμε αγκαλιασμένοι στον καναπέ. Πλησίασα στην αριστερή γωνία του. Εκεί κούρνιαζα συνήθως. Μέχρι που ερχόταν εκείνος. Με έχωνε στην αγκαλιά του και ένιωθα την ανάσα του καυτή. Μετά την ζεστή του γλώσσα να περιτρέχει το λαιμό μου και να κατεβαίνει αργά προς το στήθος. Τα χέρια του να περιεργάζονται τα δικά μου, μέχρι που έφτανε στο ύψος του αφαλού μου. Δεν είχε κουράγιο να πάει παρακάτω. Η έξαψή του άγγιζε πάντα σε εκείνο το σημείο τα όρια του. Μετατρεπόταν σε ζώο μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Μου έβγαζε τα ρούχα με μανία και με έπαιρνε εκεί στον καναπέ. Το πρόσωπό του ήταν χωμένο στο δικό μου και τον άκουγα να βαριανασαίνει στο αυτί μου. Μέχρι το τέλος, μέχρι τον τελευταίο και πιο βαθύ στεναγμό του.
Ξαφνικά η εικόνα θόλωσε. Με θυμήθηκα στην ίδια θέση, χωρίς εκείνον, χωρίς ένταση και χωρίς καμία ηδονή. Μόνο ένα παράπονο κάθε φορά που αργούσε και ένα πόνο για κάθε φορά που δεν ερχόταν. Και δεν ήταν ότι σταμάτησα να περιμένω. Που κουράστηκα να μην είναι εκείνος που ήταν, είναι που με ενοχλούσε.
Τον ήξερα περισσότερο από ότι νόμιζε για να μην καταλάβω την διαφορά. Δεν ήταν που ξαφνικά δούλευε πιο πολύ και έμενε μέχρι αργά στο γραφείο. Ήταν που είχε σταματήσει να με επιθυμεί. Εκεί κατάλαβα πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Δεν είχα όμως το σθένος να κάνω μια κουβέντα μαζί του. Δεν ξέρω και γω τι περίμενα τελικά. Ήταν δεδομένο πως αυτή η κατάσταση δεν θα τραβούσε για καιρό. Οι σκηνές ζηλοτυπίας από μεριάς μου είχαν γίνει καθημερινή ρουτίνα. Δεν θα άντεχε σε αυτή την πίεση για καιρό. Και δεν ήταν ότι ήθελα να τον ζορίσω, απλά δεν ήξερα πώς να το χειριστώ. Ένιωθα πως μου είχε κόψει όλες τις διεξόδους επικοινωνίας. Και έμεινα να περιμένω μία κίνηση από εκείνον για να ακολουθήσω.
Δεν άργησε να την κάνει. Είχε μέρες να φανεί από το σπίτι. Ήμουν σε κατάσταση αποσύνθεσης. Όχι πως φοβόμουν μην τον χάσω, αυτό μπορούσα να το προβλέψω. Που θα έφευγε χωρίς εξήγηση ήταν που δεν μπορούσα να διαχειριστώ, γεμίζοντας με αναπάντητα γιατί. Και είχα αρκετά πριν τον γνωρίσω. Μα μου είχε υποσχεθεί πως δεν θα προσθέσει άλλα. Και γω τον πίστεψα. Και τώρα είχα μείνει με μια κενή γωνία στον καναπέ και την σκιά του.
Δεν μπορώ να προσδιορίσω πόσες μέρες βρισκόμουν στην ίδια θέση σε άθλια κατάσταση στον καναπέ. Όταν άκουσα τα κλειδιά στην πόρτα νόμισα πως έχω παραισθήσεις. Μόνο όταν τον είδα μπροστά μου βεβαιώθηκα πως δεν τα είχα χάσει τελείως. Στεκόταν εκεί με το ατσαλάκωτο κοστούμι του και με κοίταζε. Το βλέμμα του είχε ένα ίχνος λύπησης αλλά δεν είχα κουράγιο να το αντιταχθώ. «πρέπει να μιλήσουμε» μου πέταξε κοφτά, πήγε στην κουζίνα, ετοίμασε ποτά και για τους δυο μας και επέστρεψε. Είχα έστω τον ελάχιστο να ανασκουμπωθώ για να τον αντιμετωπίσω.
«Έχω θέμα με τους γονείς μου.» στο άκουσμα αυτής της φράσης μπορούσα με άνεση να μαντέψω τη συνέχεια. Τον πίεζαν να παντρευτεί, να κάνει οικογένεια, παιδιά και να υπερασπισθεί το καλούπι που οι ίδιοι χρόνια προσπαθούσαν να του χτίσουν. Και φυσικά εγώ δεν ανταποκρινόμουν με τίποτα σε αυτό το στυλάκι. Εμένα δεν μπορούσε καν να με εμφανίσει στις οικογενειακές συγκεντρώσεις.
Δεν ήταν όμως αυτό που με πείραξε. Με ενόχλησε που στις δικές τους πιέσεις υπέκυψε στο δικό τους θέλω, ενώ σε ανάλογη δική μου πίεση είχε αρχίσει να τρέπεται να άτακτη φυγή. Ίσως τελικά να μην είχα επίδραση πάνω του. Προσπάθησα να δείξω πως το δέχτηκα αξιοπρεπώς, περιμένοντας να φύγει για να ξεσπάσω σε θρήνο. Μου στέρησε και αυτό το δικαίωμα. Μέσες άκρες μου πρότεινε να μείνουμε μαζί, αλλά να ακολουθήσει το τρυπάκι των γονιών του. Θα παντρευόταν, θα άνοιγε το ωραίο σπιτικό του και εγώ θα έπαιρνα το ρόλο του παράνομου έρωτα. Το παρουσίασε πολύ ωραία. Λες και δεν θα άλλαζε τίποτα, παρά μόνο το ότι δεν θα κοιμόμασταν μαζί κάθε μέρα. Δεν ξέρω ποιόν προσπαθούσε να κοροϊδέψει. Εμένα ή τον εαυτό του.
Δεν μπορούσα να δεχτώ κάτι τέτοιο κι ας ήξερα πως δεν μπορούσα να τον αποχωριστώ τόσο εύκολα. Έφυγε και έμεινα σε ένα έρημο σπίτι με την προοπτική του ότι θα βρισκόμαστε. Το σε ποια βάση είχε μείνει ασαφές και από τους δυο μας. Δεν τον ενόχλησα για αρκετό καιρό. Τον άφησα να με αναζητήσει εκείνος, με πολύ κλάμα διότι θεωρούσα δεδομένο πως δεν θα το έκανε. Διαψεύσθηκα. Το έκανε και αρχικά με γέμισε με μεγαλύτερη χαρά από όση μπορούσα να θυμηθώ όσον καιρό ήμασταν μαζί. Σύντομα όμως διαπίστωσα τις πραγματικές διαστάσεις των πράξεων του.
Η συζυγική ζωή είτε δεν του πήγαινε είτε δεν την ήθελε. Ερχόταν και αφού κάναμε έρωτα, με την ίδια ένταση και το ίδιο πάθος όπως πάντα, κούρνιαζε σαν γατί πλάι μου και έκλαιγε για το πόσο άσχημα περνάει. Ένιωσα ο απόλυτος κυρίαρχος. «Επιτέλους, κατάλαβε το λάθος του.» έλεγα στον εαυτό μου. Μα δεν ήταν έτσι. Με είχε βρει σαν μια διέξοδο στην δική του άσχημη κατάσταση και με χρησιμοποιούσε για πολλοστή φορά. Δυστυχώς δεν το κατάλαβα έγκαιρα. Μου πήρε καιρό να τραβήξω την κουρτίνα της αλήθειας. Μόνο όταν άρχισα να τον ρωτάω για το πώς είχε σκοπό να βγει από αυτήν την κατάσταση κατάλαβα πως δεν είχε καμία πρόθεση να το κάνει.
Το σκέφτηκα πολύ και καλά. Απλά περίμενα πότε θα ερχόταν από το σπίτι. Καθίσαμε και ήπιαμε το ποτάκι μας συζητώντας όπως κάναμε πάντα. «τι γίνεται με μας;» ρώτησα. «Τι εννοείς; Απλά περνάμε καλά. Όπως κάναμε πάντα.» μου απάντησε. «Και εκείνη; Θα είναι για πάντα ανάμεσά μας;» ανταπάντησα με νεύρο. «Δεν είναι ανάμεσα μας. Δεν ήταν ποτέ. άλλο εμείς.» μου είπε με ηρεμία ψυχρού εκτελεστή. Δεν χρειαζόμουν να ακούσω κάτι άλλο. Κατάλαβα τι εννοούσε, όπως και το τι θα γινόταν από δω και πέρα. Αλλά δεν είχα σκοπό να παίξω αυτό το ρολάκι.
Κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. «Τι έπαθες;» με ρώτησε. Δεν απάντησα. Άρχισα να τον φιλάω παθιασμένα. Τον ξάπλωσα στον καναπέ και συνέχισα να του προσφέρω μια ηδονή, που ήξερα πως την επιθυμούσε. Τον φιλούσα στο αυτί ενώ με το χέρι μου πίεζα το λαιμό του. Όταν ένιωσα ότι είχε ανάψει αρκετά σταμάτησα. Κράτησα το κεφάλι στα χέρια μου και έμεινα να τον κοιτάζω. Του έδινα έτσι τη δυνατότητα να πάρει τα ηνία. Πάντα του άρεσε άλλωστε. Μου έβγαλε τη μπλούζα και με πέταξε με δύναμη στην άλλη άκρη του καναπέ.
Λίγο πριν πέσει πάνω μου με δύναμη, του ζήτησα να πάμε στο δωμάτιο. Συμφώνησε σιωπηλά. Βρεθήκαμε στο διπλό κρεβάτι που για καιρό στέγαζε τον έρωτά μας. Αναζητήσαμε ο ένας τον άλλο χωρίς βιασύνη, προτάσσοντας μόνο την επιθυμία. Υπήρχε μόνο ένα πάθος συνδυασμένο με άγχος να προλάβουμε να κάνουμε όλα όσα θέλαμε. Εκείνος δεν ήξερα γιατί το είχε. Για τον εαυτό μου ήξερα πολύ καλά. Ανέβηκα πάνω του και άρχισα να τον φιλάω και να τον δαγκώνω με μανία. Τύλιξα τη ρώγα του στα δόντια μου και δεν σταμάτησα μέχρι να ματώσει. Ξαφνιάστηκε. Ποτέ δεν είχαμε ξεπεράσει τα όρια. Δεν αντέδρασε όμως. Ίσως είχε διαισθανθεί ότι αυτό ήταν το τελευταίο μας βράδυ μαζί.
Τότε έγινε πιο επιθετικός. Με ξάπλωσε ανάσκελα και μπήκε μέσα μου με βία. Ένιωθα το χέρι του να πιέζει την πλάτη μου. Μέχρι που άπλωσε και τα δυο του χέρια στην πλάτη μου και με πίεσε με δύναμη στο στρώμα καθώς τελείωνε. Μείναμε έτσι για ώρα. Εγώ όμως έπρεπε να κάνω αυτό που είχα εξαρχής στο μυαλό μου. Τον ξάπλωσα ανάσκελα και άρχισα να του φιλάω το λαιμό πηγαίνοντας προς τα κάτω. «δεν μπορώ άλλο.» μου είπε, αλλά εγώ δεν άκουγα. Ήξερα πως μπορούσα να τον καυλώσω ξανά.
Όταν ανταποκρίθηκε είχα περάσει σε άλλη διάσταση. Λικνιζόμουν επάνω στο κορμί του. Εκείνος ένιωθε την ηδονή αλλά δεν είχε τρόπο να αντιδράσει. Έγειρα τον κορμό μου στη δεξιά πλευρά του κρεβατιού. Άρπαξα το ψαλίδι που είχα κρύψει κάτω από το κρεβάτι και το κράτησα μπροστά του. Πριν προλάβει να ρωτήσει το οτιδήποτε άρχισα να το καρφώνω με μανία στο κορμί του. Στο στήθος του, στα πλευρά του και τελικά στην καρδιά του. Το αίμα άρχισα να χύνεται καυτό στα σεντόνια μου. Δεν μπορούσα να σταματήσω. Το κρατούσα κλειστό και συνέχισα να το μπήγω πάνω του. Είχε όμως ακόμη τις αισθήσεις του. «Χρήστο γιατί;» κατάφερε να ψελλίσει πριν λιποθυμήσει. «γιατί ποτέ δεν με υπερασπίστηκες ως επιλογή σου.» απάντησα κλαίγοντας.
Συνήλθα και μπήκα στο δωμάτιο με δάκρυα στα μάτια. Το μόνο που μου έμενε να κάνω ήταν να εξαφανίσω κάθε ίχνος όχι του ότι ήταν εδώ, αλλά του ότι υπήρξε.
Δευτέρα, 09 Νοεμβρίου 2009
Αρχή
έτσι συνωμότησε ο
orestis
στις
12:24 πμ
9
γέλασαν
Ετικέτες Ιστορίες από το μπαούλο
Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009
Για σένα και μόνο
Με έλουζε κρύος ιδρώτας στην προοπτική να μην προλάβω να σου μιλήσω. Να σου πω όλα εκείνα που ήθελα. Ρούφηξα τον κάφε σε δυο γουλιές. Έπρεπε να ετοιμαστώ. Γαμώτο. Δεν είχα καν καταλήξει στο τι θα φορόυσα. Δεν πτοήθηκα. Πήγα μηχανικά στο δωμάτιο. Άνοιξα την ντουλάπα και κοκκάλωσα. Πόσα χρόνια είχα να έρθω σε αυτό το σπίτι; Και γιατί αντί για την βαλίτσα άνοιξα την ντουλάπα; Τι νόμιζα ότι θα έβρισκα; Εκνευρίστηκα με τις σκέψεις μου. Δεν έπρεπε να τις αφησω να με εξουσιάζουν. Το έκανα με επιτυχία στο παρελθόν, αλλά είχαμε χαλάσει τις φιλικές μας σχέσεις προ πολλού.
Την έκλεισα με ορμή και βρέθηκα στη βαλίτσα μου. Ευτυχώς είχα μαζί μου ελάχιστα οπότε αυτό περιόριζε την επιλογή και συνακόλουθα και τη σκέψη μου. Ντύθηκα βιαστηκά και ξαναπήγα στην κουζίνα. Παλιότερα προσευχόμουν για ένα πρωινό μόνη μου σε αυτήν. Και τώρα που το είχα δεν άντεχα την ώρα να φύγω, μάλλον όχι να φύγω να εξαφανιστώ. Σύντομα όμως θα γινόταν και αυτό. Χρειαζόμουν απλά λίγο χρονο. Είχα σπαταλήσει χρόνο και ενέργεια σκεπτόμενη τι θα σου πω. Δεν μπορούσα ξαφνικά να το πάρω αψήφιστα. Έπρεπε κάπως να προετοιμαστώ.
Μα οι λέξεις μέσα μου έμοιαζαν να βουλιάζουν. Με έπιασε φρίκη. Την προηγούμενη στιγμή πάλευαν να βγουν στο φως και τώρα δεν μπορούσα να τις βάλω σε τάξη. Πήρα μια βαθιά ανάσα και προσπάθησα να σκεφτώ τι ήθελα να σου πω. Έκλεισα τα μάτια και φαντάστηκα τη μορφή σου. «Μα, δεν τα ξέρεις όλα;» σε ρώτησα και εσύ σιώπησες. Σαν να μην είχες απάντηση. Σαν να ήθελες να τα ακούσεις. Όχι για επιβεβαίωση, μα για να τα κρατήσεις τελευταία στη μνήμη σου. Και ξέρω πως δουλεύει ετούτη η κυρία. Μπορεί να σε προδώσει με τον πιο ανελέητο τρόπο. Αν της πεις κάτι μια φορα, ισχύριζεται πως δεν το άκουσε. Από την επανάληψη όμως δεν μπορεί να κρυφτεί.
Άλλωστε και εγώ γι’ αυτό είχα έρθει. Για μια επανάληψη. Εγώ να θυμήθω το παρελθόν που νοστάλγησα και εσύ να ακούσεις όλα εκείνα που έκρυβα για χρόνια. Ή καλυτερα όλα εκείνα που νόμιζα πως έκρυβα. Γιατί ποτέ δεν μπόρεσα να σου κρυφτώ. Πάντα ήξερες. Πάντα καταλάβαινες. Μα σπάνια μιλούσες. Άφηνες την παρουσία σου να αιωρείται σε πράγματα και καταστάσεις. Και απλά άπλωνες το χέρι, άνοιγες την αγκαλιά σου και εγώ χανόμουν μέσα της. Σε αυτό το αίσθημα ασφάλειας που μου εξασφάλιζες.
Θυμήθηκα τότε όλες τις φορές που νόμιζα πως ΕΣΥ δεν φοβόσουν. Και τότε μου ήρθε η εικόνα από το τρεμάμενο χέρι σου μέσα στο δικό να φοβάται. Για το τώρα, το μετά, για όλα. Και γέλασα. Μήπως και συ δεν είσαι άνθρωπος; Κι όμως πολλές φορές με ξεγέλασες.
Μπήκα στο αυτοκίνητο και έβαλα μπροστά. Πάτησα τέρμα το γκάζι. Δεν είχα σκεφτεί ακόμα τι θα σου πω. Αλλά παρόλα αυτά βιαζόμουν να βρεθώ δίπλα σου. Πάρκαρα και ένιωθα τον ήλιο να μου χτενίζει το πρόσωπο. Περπάτησα προς το μέρος σου και αφέθηκα στη ζεστασιά του. Με ηρέμησε. Αρκετά μέχρι να φτάσω στο σημείο που έπρεπε να σε αντιμετωπίσω.
Κάθισα πλάι σου. Άρχισα να γελάω, γιατί δεν είπα τίποτα. Καθόμουν εκεί, χωρίς να μιλάω. Όχι γιατί δεν ήθελα ή γιατί δεν είχα τίποτα να πω. Αλλά, δεν υπήρχε λόγος. Όλα όσα σκεφτόμουν, που δεν είχα πει ή σου είχα αποκρύψει, όλα εμπεριέχονταν σε μια λέξη που δεν τσιγκουνεύτηκα ποτέ. Ίσως είχα καιρό να στην πω. Μα από φόβο μην γίνω κουραστική.
Και τότε πάγωσε το γέλιο μου. Με πλημμύρισαν δάκρυα και σκύβοντας κοντά σου, σου ψιθύρισα «Σ’ αγαπώ».
Ακούμπησα το ζεστό μου χέρι στο παγωμένο μάρμαρο, φίλησα τη φωτογραφία σου, φόρεσα τα γυαλιά μου και έφυγα.
Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009
Αυτό για μένα
έτσι συνωμότησε ο
orestis
στις
9:48 μμ
6
γέλασαν
Ετικέτες Απόκρυφα μεθυσμένων μονολόγων, Ποιηματάκια
Κυριακή, 04 Οκτωβρίου 2009
Πανσέληνος
Είναι αυτές οι νύχτες
που μια επιθυμία έχω.
Να πάρω το σκαρί μου,
αυτό που δεν θέλει κουπιά.
Του φτάνει ένα ζευγάρι φτερά....
μα τα δικά μου είναι τσακισμένα.
Γυρίζω στο κρεβάτι,
αγκαλιάζω το κενό,
όχι για να παρηγορηθώ,
μα για να σε ταυτίσω!
Και αγκάλιαζω εκείνο το όνειρο,
το ίδιο που ντύνεται εφιάλτης
έτσι συνωμότησε ο
orestis
στις
7:43 μμ
4
γέλασαν
Ετικέτες Απόκρυφα μεθυσμένων μονολόγων, Ποιηματάκια
Τρίτη, 18 Αυγούστου 2009
Η κοπέλα που δεν είχε μνήμη
Του ζήτησα να με κάνει μια μικρή βόλτα πριν με οδηγήσει στον τελικό προορισμό μου. Άνοιξα ελαφρώς το παράθυρο και αφέθηκα στη δροσιά του αέρα της καλοκαιρινής νύχτας. Έπαιζα αμήχανα, σχεδόν νευρικά με τα κλειδιά που κρατούσα στα χέρια μου. Σύντομα θα είχα, αν όχι απαντήσεις, στην καλύτερη αναμνήσεις, που ήλπιζα να ξυπνήσουν. Αφέθηκα στο δερμάτινο κάθισμα και περίμενα να φθάσουμε. Κοιτάζοντας την πόλη ντυμένη στα βραδινά της δεν κατάφερα να μην σκεφτώ το πως βρισκόμουν εκεί που βρισκόμουν.
Είχα ξυπνήσει ένα ανοιξιάτικο μεσημέρι. Έχοντας πλήρη άγνοια του που ήμουν και με εντυπωμένο το ένστικτο του φόβου, ξέσπασα σε λυγμούς. Δύο ηρεμιστικές ενέσεις, με είχαν αφήσει και πάλι στην ασφαλή αγκαλιά του Μορφέα. Το σκηνικό επαναλήφθηκε αρκετές φορές. Μόνο στο γαλήνιο πρόσωπο του Παύλου, που παρά την άσπρη του ποδιά για κάποιο λόγο το ένιωθα οικείο, ηρέμησα κάπως.
Και τότε άρχισαν οι ερωτήσεις. Το φόβο διαδέχθηκε η περιέργεια. Ο Παύλος όχι μόνο ως γιατρός μου, αλλά και σαν άνθρωπος ήθελε να με βοηθήσει. Δυστυχώς όμως δεν υπήρχαν σύμμαχοι σε αυτόν του τον αγώνα. Τα στοιχεία που είχα επάνω μου την μέρα του ατυχήματος ήταν παραπάνω από ελλιπή και η δική μου μνήμη ανύπαρκτη. Ούτε καν ασύνδετα κομμάτια και εικόνες από κάποια ζωή περασμένη. Με είχε σώσει η καλοσύνη ενός άντρα εντελώς άγνωστου, που αν και δεν είχε καταφέρει να πάρει τις πινακίδες του αυτοκινήτου που με χτύπησε, εντούτοις είχε φροντίσει για την μεταφορά μου στο νοσοκομείο. Το μόνο που είχα ήταν μια ακατανίκητη επιθυμία να αναρρώσω για να φύγω. Ο προορισμός μου ήταν φυσικά άγνωστος, αλλά πίστευα πως το ένστικτό μου θα με οδηγούσε. Αν όχι σωστά, τουλάχιστον εκεί που όφειλα να πάω.
Κάπως έτσι κύλησαν αρκετοί μήνες. Και έφτασε η στιγμή που σωματικά είχα αναρρώσει πλήρως και δεν υπήρχε τίποτα που να δικαιολογεί την παραμονή μου στο κέντρο αποκατάστασης. Στο άκουσμα αυτού από τον Παύλο τα μάτια μου άστραψαν από χαρά. ‘Έπειτα βυθίστηκα πάλι στο σκοτάδι. Να έφευγα, ναι, Αλλά να πήγαινα πού; Παρ’ όλες τις ανακοινώσεις και δημοσιοποιήσεις φωτογραφιών μου στα δελτία ειδήσεων, δεν είχαμε μέχρι τότε το παραμικρό στοιχείο, που θα μπορούσε να πιστοποιήσει την ταυτότητα μου.
Έτσι, πήρα μια μικρή παράταση χρόνου και μια καινούρια ταυτότητα. Άννα με ονόμασαν. Ιδέα του Παύλου. Έλεγαν έτσι την αδερφή του. Είχε φύγει ένα βράδυ ξαφνικά δίχως μια λέξη. «Όπως έχασα μια Άννα, έτσι ξαναβρήκα μια άλλη.» έλεγε και εγώ απλά χαμογελούσα. Δεν ήταν ότι δεν μου άρεσε το όνομά, αλλά μέσα μου ήξερα πως δεν μου ταίριαζε. Είχε κάνει όμως τόσα πολλά για μένα, που το θεώρησα μικρό αντάλλαγμα. Έτσι το δέχτηκα και άφησα τις τελευταίες μου μέρες εκεί να κυλήσουν ήρεμα στον απόηχο του καινούριου μου ονόματος.
Όταν ήρθε η μέρα να φύγω δεν τρόμαξα. Ο Παύλος τα είχε κανονίσει όλα. Μου είχε βρει σπίτι και δουλειά, με τα λίγα πράγματα που μου είχαν διδάξει στο κέντρο και την βαθιά πίστη πως όταν ενσωματωθώ στην κοινωνία θα επανέλθουν όλα μου τα υποτιθέμενα προσόντα.
Ήταν ένα αρκετά ζεστό πρωινό του Μαΐου όταν έκλεισα πίσω μου την πόρτα του ιδρύματος. Μου πήρε κάποιες μέρες να μάθω να κινούμαι στην πόλη. Δεν φοβήθηκα λεπτό. Το διασκέδαζα να νιώθω επισκέπτρια σε μια πόλη, που αν είχαν δίκιο σε όσα πίστευαν, έμενα χρόνια.
Εναρμονίστηκα γρήγορα στο νέο μου περιβάλλον. Ο Παύλος με επισκέπτονταν τακτικά. Δεν μου έκανε εντύπωση που κατάλαβε γρήγορα την αλλαγή. Ίσως σε ένα βαθμό να την κατάλαβε και πριν από εμένα την ίδια. Διακριτικός όπως πάντα όμως δεν έκανε κάποια νύξη. Περίμενε να θίξω το ζήτημα μόνη μου.
Δεν είχα σκοπό να του πω τίποτα. Είχα μέρες, που πήγαινα μετά τη δουλειά βόλτα στα αξιοθέατα της πόλης, Χωνόμουν στα γραφικά σοκάκια και έκανα βόλτες μέχρι να αδειάσει το μυαλό μου. Εκείνο όμως δεν άδειαζε. Απεναντίας, έμοιαζε να του ξυπνάνε μνήμες. Γυρνούσα σπίτι με το μυαλό μου γεμάτο εικόνες από ένα παζλ του οποίου τα κομμάτια δεν μπορούσα να συνδέσω. Σκόρπια πρόσωπα και λόγια, αναμειγμένα με κάθε λογής χρώματα. Δεν μπορούσα να διακρίνω αν ήταν μνήμες της περασμένης μου ζωής ή πρόσφατες εικόνες εκείνων των αγνώστων που έμενα να παρατηρώ για ώρες στις βόλτες μου.
Ούτε είχα σκοπό να αναφέρω κάτι στον Παύλο. Τα όνειρα μου όμως με πρόλαβαν. Κι ως ένα βαθμό με πρόδωσαν. Ο ύπνος μου, που τόσο καιρό μου πρόσφερε καταφύγιο ξαφνικά έγινε εχθρός μου. Ξυπνούσα ιδρωμένη, με μια έκφραση φόβου αποτυπωμένη στο πρόσωπο μου. Έβλεπα το ίδιο όνειρο για μέρες. Μορφές που είτε τις είχα συναντήσει τυχαία, είτε τις ήξερα από πριν, με επισκέπτονταν καθημερινά σε ένα έντονο κόκκινο φόντο. Και πάντα ξύπναγα με την ίδια αίσθηση τρόμου, πάντα με την ίδια μυρωδιά αίματος. Νόμιζα πως ο Παύλος ήταν ο μόνος που μπορούσε να με βοηθήσει.
Δεν είχε απαντήσεις. Μόνο εικασίες. Πως μάλλον το υποσυνείδητο μου, έχοντας επιστρέψει σε καθημερινές συνθήκες προσπαθούσε να επικοινωνήσει με το συνειδητό. Άρα, το μόνο που είχα στα χέρια μου, πέρα από το κουτί με τα πράγματα που είχα πάνω μου την μέρα του ατυχήματος, στην ουσία κάτι κλειδιά που δεν ήξερα καν τι ανοίγουν, ήταν η πεποίθηση του Παύλου πως σύντομα θα ανακτούσα κάποιες από τις μνήμες μου.
Φυσικά δεν μου ήταν αρκετό. Πέρασα αρκετά βράδια στην αγκαλιά του ποτού, που είχε αντικαταστήσει τον Μορφέα για να καταλήξω στο τι ήθελα να κάνω. Η αλήθεια είναι πως δεν το σκέφτηκα πολύ. Ένα βράδυ, μετά από το πολλοστό ποτό, με κυρίευσε η επιθυμία να σκαλίσω το παρελθόν μου. Γέλασα με την ειρωνεία εκείνης της στιγμής. Δεν είχα καλά καλά παρόν και ήθελα και παρελθόν. Δάκρυσα για λίγο, ώσπου σκέφτηκα το κουτί με τα πράγματα μου, που μου είχαν δώσει όταν έφυγα από το κέντρο. Δεν καταλάβαινα και πολλά. Κάτι σκόρπια χαρτιά και ένα ζευγάρι κλειδιά. «Καλά ούτε κινητό δεν είχα;» αναρωτήθηκα, αλλά μετά από λίγο ζαλισμένη από το ποτό και αποθαρρημένη από αυτό που δεν είχα ανακαλύψει έπεσα για ύπνο.
Ξύπνησα αξημέρωτα από ένα ακόμη περίεργο όνειρο. Ενστικτωδώς πήγα πάλι στο κουτί. Κοίταζα τα χαρτάκια όταν ξαφνικά τα μάτια μου στυλώθηκαν σε μια κάρτα ανθοπωλείου. Στην πίσω πλευρά της κάρτας διάβασα μια διεύθυνση. Δεν ήξερα αν σήμαινε κάτι, αλλά ήξερα ότι θα το έψαχνα.
Την επόμενη πήγα όπως πάντα στη δουλειά. Μετά ακολούθησε η καθιερωμένη βόλτα. Την ακολούθησε ένα ποτό σε ένα μαγαζί που συνήθιζα να πηγαίνω από όταν άρχισαν τα όνειρα. Λίγο τα ποτά, λίγο η «ψυχανάλυση» με τον μπάρμαν, είχα πάρει την απόφαση μου.
Έτσι βρέθηκα να ατενίζω την Αθήνα τη νύχτα, καθισμένη σε ένα ταξί, του οποίου ο ιδιοκτήτης ήταν αρκετά ευγενικός να με κάνει μια βόλτα πριν με αφήσει στον τελικό μου προορισμό.
Με άφησε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Τον καληνύχτισα και κατέβηκα. Άνοιξα την πόρτα με το κλειδί που είχα βρει στο κουτί. Περπάτησα και βρέθηκα στο ασανσέρ. Μπήκα μέσα χωρίς να ξέρω ποιόν όροφο να πατήσω. Το χέρι μου αυτόματα πάτησε το δεύτερο. Βγήκα χωρίς να ξέρω προς ποιο διαμέρισμα να κατευθυνθώ ή τι μπορεί να έβρισκα εκεί που πήγαινα. Άναψα το φως του διαδρόμου. Κινήθηκα προς την εξώπορτα που είχε μαζεμένα τα πιο πολλά διαφημιστικά. Μου φάνηκε η πιο λογική επιλογή. Αν υπήρχε οποιαδήποτε λογική εκείνη τη στιγμή.
Έβαλα το κλειδί στην πόρτα και ταίριαξε. Με έπιασε κρύος ιδρώτας. Δεν πτοήθηκα. Γύρισα το κλειδί και σε δευτερόλεπτα βρέθηκα στο εσωτερικό του διαμερίσματος. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου και ακούμπησα ασθμαίνοντας στον τοίχο. Πήρα λίγες γρήγορες ανάσες και προχώρησα στα ενδότερα. Το σπίτι έμοιαζε βομβαρδισμένο. Σκόρπια ρούχα, έπιπλα και βιβλία. Λες και κάποιος είχε φύγει βιαστικά από κει μέσα, έπειτα από μάχη.
Στο τραπεζάκι του σαλονιού βρήκα ένα πακέτο τσιγάρα και μηχανικά άναψα ένα. Με ηδόνησε η αίσθηση του καπνού στα σωθικά μου. Είχα καπνίσει το μισό όταν βρέθηκα στην πόρτα του μπάνιου. Την έσπρωξα με το πόδι και έμεινα άφωνη. Ένα μπουρνούζι μέσα στα αίματα βρισκόταν στο κέντρο του. Το ντουλαπάκι ήταν ανοικτό και τα φάρμακα ήταν χυμένα στο πάτωμα. Πήγα να πέσω και στηρίχτηκα στην πόρτα με τα δυο μου χέρια, όταν κάτι τράβηξε το βλέμμα μου. Στην τσέπη του μπουρνουζιού γυάλιζε αστραφτερά μια λίμα. Γονάτισα και πήγα να την πιάσω, όταν παρατήρησα ότι ήταν και εκείνη βουτηγμένη στα αίματα.
Έκλεισα τα μάτια, γιατί νόμισα ότι ήθελα να κλάψω. Αντ’ αυτού, με πλημμύρισαν εικόνες. Εκείνον να ετοιμάζει τα πράγματα του για να φύγει. Εμένα με την πίστη ότι δεν μπορούσα να υπάρξω χωρίς εκείνον. Μετά την πλάτη του, ενώ έκανε να βγει από το μπάνιο. Μετά εμένα ντυμένη με το μπουρνούζι να χαζεύω τους υδρατμούς στο ντουλαπάκι. Έπειτα να το ανοίγω και να πιάνω τη λίμα. Έπειτα πάλι εκείνον με τη λίμα χωμένη στην πλάτη του και το δικό μου χέρι να την καρφώνει με μανία ξανά και ξανά και ξανά. Και μετά εικόνες ανάμεικτες. Συναισθήματα ανακατεμένα.
Σηκώθηκα και έτρεξα προς την κουζίνα. Το ίδιο θέαμα είχα αντίκρισει και τότε. Μόνο που επέλεξα να το λύσω όχι μόνη, αλλά με τη βοήθεια κάποιου άγνωστου. Έτσι έτρεξα στο δρόμο και βρέθηκα στις ρόδες του πρώτου περαστικού αυτοκινήτου. Τώρα, αν ήθελα ακόμη να το κάνω έπρεπε να το κάνω μόνη, εντελώς μόνη όπως ένιωθα και ήμουν.
Ακούμπησα στα κάγκελα του μπαλκονιού. Έκλαψα γοερά για ώρα. Συνέφερα τον εαυτό μου και ξαναμπήκα στο σπίτι. Έψαξα και βρήκα κάτι να πιω. Έκανα και ένα τσιγάρο. Μετά κοίταζα έξω τον δρόμο από την ασφάλεια του πάγκου της κουζίνας. Ήταν μια απόφαση που έπρεπε να πάρω. Θα μπορούσα να συνεχίσω να ζω ως Άννα. Δεν ξέρω όμως αν θα μπορούσα να θυμηθώ πως με έλεγαν πριν, πριν που ένιωθα πως ζούσα. Ούτε τη συνέβη μετά τα αίματα, μετά που σταμάτησα να ζω.
Θα μπορούσα όμως να θέσω ένα τέλος, όπως επιχείρησα τότε, χωρίς όμως να εμπλέξω τρίτους. Σηκώθηκα, άνοιξα την μπαλκονόπορτα και στηρίχθηκα στον πάγκο της κουζίνας. Έσπρωξα ελαφρά το δεξί μου πόδι προς τα πίσω και πήρα φόρα.
Λίγο πριν αγγίξω το έδαφος άκουσα τη φωνή του να μου φωνάζει «Έλλη όχι.» δεν ξέρω αν ήταν ανάμνηση ή αληθινή στιγμή, αλλά ξέρω πως ακούμπησα πλήρης, γνωρίζοντας ποια είμαι και γιατί.
έτσι συνωμότησε ο
orestis
στις
12:15 πμ
6
γέλασαν
Ετικέτες Ιστορίες από το μπαούλο
Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2009
Ευτυχία
Η ευτυχία που περιμέναμε
σαν άλλοτε
ξεθωριασμένα χρώματα
σε σπασμένα γυαλιά.
Κι αν κάποτε
αγγίξαμε το όνειρο
είναι που έτσι νομίσαμε
συνεπαρμένοι
από το γλυκό μεθύσι
εκείνης της νιότης.
έτσι συνωμότησε ο
orestis
στις
11:33 μμ
2
γέλασαν
Ετικέτες Απόκρυφα μεθυσμένων μονολόγων, Ποιηματάκια
Κυριακή, 28 Ιουνίου 2009
Μπρίτζετ
Σκέψεις και αναμνήσεις αρχίζουν έναν αέναο χορό στο κεφάλι μου. Η θύμιση τους άλλοτε ολοκάθαρη, άλλοτε θολή. Η δική της ισχυρή και δυσάρεστα έντονη. Ακόμα και τώρα, που διανύω την πέμπτη δεκαετία της ζωής μου, η μορφή της μητέρας μου με εξουσιάζει ή τουλάχιστον έτσι νιώθω. Αν και ποτέ της δεν θέλησε να με κάνει μαμάκια, με έναν τρόπο, επωμίστηκα αυτόν τον ρόλο και τον υποστήριξα σε όλη τη διάρκεια της κοινής μας συνύπαρξης.
Κάπως έτσι βρέθηκα κοντά στα 30 μου παντρεμένος με τη Φλώρα. Ήταν γυναίκα της αρεσκείας της. Εμένα με άφηνε παγερά αδιάφορο. Το ίδιο και εκείνη, που απλά υπάκουσε στις υποταγές του πατέρα της. Τα βρήκαμε όμως. Ήταν κάτι σαν μια συμφωνία αμοιβαίας απέχθειας μεταξύ μας. Απογόνους φυσικά δεν απέδωσε. Και η αλήθεια είναι πως αν δεν το υποκινούσε η Φλώρα, εγώ δεν θα έβρισκα το θάρρος να πάρω το διαζύγιο και να στεναχωρήσω τη μητέρα.
Το ότι έπρεπε να το παίζω κατηφής και να απομακρύνω όποια γυναίκα με πλησίαζε μετά το χωρισμό μου, γιατί δεν μπορούσε να καλύψει το κενό της, ευχαριστούσε τη μητέρα, αλλά δεν απείχε πολύ από την αλήθεια. Τις απομάκρυνα γιατί πάντα δέσποζε στο μυαλό και τη ζωή μου, η ηρωίδα που γεννιόταν στις σελίδες μου. Όχι ότι της απέδιδα υπερφυσικά χαρακτηριστικά. Απλά την είχα τελειοποιήσει τόσο στο μυαλό μου, που καμία δεν μπορούσε να την συναγωνιστεί. Και αυτές όσο τις έδιωχνα, τόσο να προσπαθούν να πλησιάσουν. Και εγώ τόσο μεγαλύτερο κενό να νιώθω, χωρίς να ξέρω γιατί. Δεν έχω βρει ακόμα απάντηση σε αυτό μου το ερώτημα. Και να πει κανείς πως δεν αγαπήθηκα....
Αγαπήθηκα με πάθος, αλλά δεν μπόρεσα ποτέ να αγαπήσω έτσι ή τουλάχιστον έτσι το αναβιώνω μέσα στη μνήμη μου. Όμως όχι, ψέματα. Αγάπησα. Ναι, αγάπησα με πάθος. Μια ηρωίδα, της οποίας την ιστορία ενώ ολοκλήρωσα, δεν μπόρεσα ωστόσο να γίνω κάτοχος. Μαζί της είχα παθιαστεί. Πάντα δημιουργούσα χαρακτήρες επιρρεπείς στα πάθη και τη μοίρα. Μα σκληρούς. Όπως ακριβώς ήμουν και εγώ, απέναντι σε όλους, εκτός από τη μητέρα.
Εκείνη ήταν ή μάλλον έπρεπε να είναι διαφορετική. Την ήθελα να πονάει, βαθιά και ουσιαστικά. Να το ζει με όλο της το είναι και να το δείχνει. Μα πώς να το κατορθώσω, όταν ο ίδιος ήμουν ανάξιος ακόμα και να κλάψω; Είχα βουλιάξει σε μελαγχολία, που οι γύρω μου όμως την αντιλαμβάνονταν σαν επιθετικότητα και αποξένωση.
Τότε μπήκε στη ζωή μου η Μπρίτζετ. Ψηλή, λεπτοκαμωμένη και τόσο αέρινη. Ό,τι ένιωθε καθρεφτιζόταν στα μάτια της. Αυτά τα μάτια της. Σαν όχημα προορισμένο μόνο για ταξίδια, κι ας ήταν νοσταλγίας. Με πλησίασε και με άγγιξε με έναν τρόπο, που ποτέ πριν δεν είχα νιώσει. Μα ήμουν τόσο ανέτοιμος για την παρουσία της στη ζωή μου. Δεν ξέρω γιατί τη δέχτηκα, μα τότε θεώρησα πως δεν είχα άλλη επιλογή. Λες και είχε απλώσει τον ιστό της γύρω μου και δεν μπορούσα να ξεφύγω. Δεν ήθελα να της κάνω κακό. Είναι το μόνο πλάσμα, που αγάπησα. Το άγχος μου όμως, ο διακαής μου πόθος να ολοκληρώσω την ηρωίδα μου και η αδυναμία να γράψω, με έκαναν επιθετικό και κακό απέναντί της. Συχνά την έπιανα να κλαίει στα σκοτάδια και έπρεπε να μου το εξηγήσει για να καταλάβω πως η αιτία ήμουν εγώ.
Όχι ότι άλλαζε κάτι. Η ηρωίδα μου ήταν πάνω από όλα και η Μπρίτζετ αρεσκόταν σε μια γωνιά στο κρεβάτι μου και μια σκιά να την καλύπτει. Αθόρυβη, όπως και η ύπαρξή της. Δεν ξέρω αν τα πράγματα χειροτέρεψαν με τον καιρό. Τότε δεν το καταλάβαινα. Ξέρω πως έβλεπα στα μάτια της, να διαγράφεται ο πόνος. Βουβός και βαθύς. Και τότε σαν μια έκλαμψη, η έμπνευσή μου επανήλθε. Έγραφα σαν τρελός. Την παρατηρούσα για ώρα και έπειτα χωνόμουν στο γραφείο και έγραφα. Την κατακρεουργούσα καθημερινά και όσο και να θέλω να δικαιολογηθώ πως ήταν αθελά μου, η ευθύνη εξακολουθεί να με βαραίνει.
Μόνο όταν τελείωσε το βιβλίο συνειδητοποίησα τι είχε συμβεί. Όταν γύρισα σπίτι ένα βράδυ και το βρήκα άδειο, με εκείνη άφαντη και το χειρόγραφό μου ανοιχτό σε μία σελίδα, με υπογραμμισμένη μια ολόκληρη παράγραφο. Ήταν το κομμάτι, που η ηρωίδα μου είχε φτάσει στο αποκορύφωμα του πόνου. Ήταν η στιγμή που πονούσε όσο ποτέ ψυχικά και σωματικά. Σωματικά γιατί ο άνθρωπος που αγαπούσε την βασάνίζε. Της χάραζε άγρια το σώμα με το ξυραφάκι και έπειτα της το σκούπιζε απαλά με ένα βαμβάκι ποτισμένο με οινόπνευμα. Ψυχικά, για την ίδια, που τον άφηνε. Πόσο έξοχη περιγραφή. Πόσο διάχυτο το αίσθημα του πόνου και του ανήμπορου. Πόσο δική μου την ένιωθα.
Τότε μόνο κατάλαβα. Ασυνείδητα και όχι συνειδητά, όπως μέχρι σήμερα θέλω και εμμένω να πιστεύω, τις είχα ταυτίσει. Η ηρωίδα μου είχε γίνει η Μπρίτζετ ή η Μπρίτζετ είχε γίνει η ηρωίδα μου, δεν μπορώ να πω με σιγουριά. Και ίσως το λάθος μου να’ ταν αυτό. Μα, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Έτσι έφυγα για το Άμστερνταμ. Και παρόλο που κουβαλώ μαζί την ηρωίδα μου, που θυμίζει κάτι από την Μπρίτζετ μου, αυτή δεν θα μπορέσει ποτέ να αποκτήσει τα μάτια της.
έτσι συνωμότησε ο
orestis
στις
1:09 μμ
6
γέλασαν
Ετικέτες Ιστορίες από το μπαούλο
Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2009
Φόνος στο Ζούμπερι
Ξύπνησε γύρω στις 9. Έφτιαξε ένα ζεστό καφέ και κάθισε στη βεράντα. Έκανε ψύχρα, αλλά δεν την ενοχλούσε. Ακούμπησε στην πλάτη της πλαστικής καρέκλας και άπλωσε τα πόδια της στο κάγκελο. «Θα αργήσει ακόμα να σηκωθεί.» σκέφτηκε και βγάζοντας τις παντόφλες της ένιωσε την κρύα αίσθηση στο πέλμα της. Έμεινε στην ίδια στάση για ώρα, μέχρι που κατάλαβε ότι ο Μάνος είχε ξυπνήσει. Μπήκε μέσα, άνοιξε την τηλεόραση και έκανε αδιάφορα πως παρακολουθεί. Θα της έκανε σκηνή αν την έβρισκε να κάθεται στο κρύο και ο καυγάς δεν ήταν ο ιδανικός τρόπος να ξεκινήσει η μέρα τους.
Γι’ αυτό άλλωστε πήγαιναν τα σαββατοκύριακα στο Ζούμπερι, για να διώξουν το άγχος της εβδομάδας. Το μέρος ήταν ιδανικό. Η θέα της θάλασσας και η έλλειψη πολυκοσμίας, μιας και δεν είχε έρθει ακόμα το καλοκαίρι, καθιστούσαν το σπίτι παράδεισο. Ένα άγχος που είχε οξυνθεί όταν η Άννα πήρε προαγωγή ως προϊσταμένη στο δημιουργικό τμήμα της διαφημιστικής που δούλευε. Γεγονός που μείωσε το χρόνο που διέθετε για το Μάνο, αλλά σε καμία περίπτωση την εξουσία που ασκούσε πάνω της. Μια εξουσία, της οποίας τον πλήρη έλεγχο η ίδια τον είχε αφήσει να πάρει..
Ακομα και τις φορές που αισθανόταν υποχείριό του και έλεγε στον εαυτό της ότι δεν μπορεί να το ανεχτεί άλλο, κατέληγε στο συμπέρασμα ότι την κρατούσε σε ισορροπία κι αυτό την έκανε να νιωθεί ασφαλής. Κυρίως από τον ίδιο της τον εαυτό. Τον χαρακτηρισμό τύραννο, που του απέδιδαν κάποιοι φίλοι της δεν τον αποδεχόταν. Ήθελε βέβαια να έχει λόγο σε όλα. Πως θα ντυθεί, που θα πάει, τι θα φάει, πως θα κινηθεί, αλλά η Άννα υποστήριζε με σθένος, πως αυτό της έκανε καλό, καθώς η ίδια ήταν λίγο φτερό στον άνεμο.
«Και η δική σου συμμετοχή σε όλα αυτά; Εκτός από το να κάνεις ακριβώς ότι σου λέει ο Μάνος. Το δικό σου θέλω που είναι;». Σε αυτήν την ερώτηση η Άννα δεν είχε απάντηση.
Την βρήκε ένα βράδυ, που ο Μάνος θα έμενε σπίτι του και εκείνη, αφού έμεινε μέχρι αργά στο γραφείο, πήγε για ποτό με τους υπόλοιπους συναδέλφους. Είχε πιει αρκετά και το αλκοόλ ελευθέρωσε τη σκέψη της. «Δεν με πείθεις.» φώναξε μέσα στο μαγαζί, συνοδεύοντας το ομώνυμο τραγούδι του Μαραβέγια που έπαιζε εκείνη τη στιγμή. Και είχε δίκιο. Δεν την έπειθε πλέον ούτε η δουλειά της, που την ανάγκαζε να ασχολείται με πράγματα που δεν ανήκαν στην αρμοδιότητά της, ούτε ο Μάνος, που ποτέ δεν ρώτησε τι ήθελε εκείνη, μα κυρίως δεν την έπειθε ο εαυτός της, που από το ανεκτικό πλάσμα που ήταν για χρόνια, την είχε μετατρέψει σε παθητικό αποδέκτη καταστάσεων που κάποιοι άλλοι διάλεγαν για εκείνη.
«Τέλος.» σκέφτηκε και έπεσε για ύπνο, ελπίζοντας ο πονοκέφαλος να μην ήταν το μοναδικό πράγμα που θα θυμόταν από το προηγούμενο βράδυ.
Όταν έφτασε η Πέμπτη, που συνήθως προγραμμάτιζαν πότε θα έφευγαν για το Ζούμπερι, η Άννα ανακοίνωσε στο Μάνο πως θα έφευγε νωρίς το απόγευμα της Παρασκευής για επαγγελματικό ταξίδι, με επιστροφή το βράδυ της Κυριακής. Αφού έβαλε λίγο τις φωνές, που ανέχεται να της αναστατώνουν το πρόγραμμα τελευταία στιγμή, ηρέμησε. Ήταν μια καλή ευκαιρία να χαλαρώσει. Άλλωστε χωρίς την Άννα θα είχε τη δυνατότητα να γυρίσει Δευτέρα μεσημέρι στην ΑΘήνα και να πάει κατευθείαν για δουλειά.
Καθόταν μόνος του στο σαλόνι πίνοντας κρασί, ακούγοντας μουσική και χαζεύοντας τη θάλασσα. Κοίταγε που και που το ρολόι. Θα έπρεπε να είχε φτάσει και περίμενε να χτυπήσει το κινητό του. Αντί γι’ αυτό χτύπησε η πόρτα. Παραξενεύτηκε. Δεν περίμενε κανέναν. Άνοιξε όπως πάντα χωρίς να ρωτήσει. Στη θέα της Άννας χαμογέλασε με απορία. «Τι κάνεις εδώ; Δεν θα έπρεπε να βρίσκεσαι στο Λονδίνο τώρα;» ρώτησε. «Έκπληξη.» απάντησε εύθυμα εκείνη, τον άρπαξε και τον φίλησε για να αποφύγει άλλες ερωτήσεις.
Εκείνο το βράδυ, ήταν σαν να γνωρίστηκαν για πρώτη φορά. Εκείνο το βράδυ η Άννα, ήταν εκείνη που ήθελε να είναι. Εκείνη, που πάντα ήταν, αλλά για κάποιο λόγο αποφάσιζε να μένει στην αφάνεια. Νόμζε πως του άρεσε. Πως είχαν βρει τρόπο να επικοινωνήσουν ξανά. Η ατάκα του την επανέφερε στην πραγματικότητα. «Άντε, να πάμε για ύπνο. Το ποτό σε χαλάει λίγο.»
«Μα δεν σου έδειξα ακόμα την έκπληξη.» είπε και έφερε το βαλιτσάκι της από το χωλ. «Νόμιζα εσύ ήσουν η έκπληξη.» απάντησε σχεδόν κοιμισμένος. Ήξερε πως έπρεπε να βάλει τα δυνατά της για να τον πείσει. «Όχι, άλλη είναι η έκπληξη.» του είπε κραδαίνοντας ένα ζευγάρι χειροπέδες. Όταν συνέχισε βγάζοντας και φορώντας ένα ζευγάρι χειρουργικά γάντια, τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. Είχε πιάσει το σαφές σεξουαλικό υποννοούμενο και το γεγονός οτί αυτό ξεπερνούσε τα συνηθισμένα μεταξύ τους αγγίζόντας τα όρια του φετίχ του κίνησε την περιέργεια.
Τον έβαλε να καθίσει σε μια καρέκλα, απέναντι από το τζάκι. Πήρε το αριστερό του χέρι και το πέρασε στη μία χειροπέδα. Το έφερε πίσω πό την πλάτη της καρέκλας και κάνοντας το ίδιο και με το δεξί, τον έδεσε σε αυτή. Ένιωθε ανήμπορος, αλλά αυτό του προκαλούσε ηδονή. Το έβλεπε στο πρόσωπό του. Ήταν η μοναδική φορά που την άφηνε να κινεί τα νήματα. Άρεσε και στην ίδια αυτό.
Πήγε για λίγο στην κουζίνα και γύρισε κρατώντας μια λεκάνη. Την τοποθέτησε μπροστά στα πόδια του. «Σε λίγο θα είναι έτοιμο και το νερό.» είπε με λάγνα φωνή. «Τι ετοιμάζεσαι να κάνεις;» ρώτησε παθιασμένα. «Περιποιήση ποδιών καλέ μου.» είπε με φωνή, που υπόσχονταν πολλά, κατευθυνόμενη και πάλι προς τη κουζίνα. Γύρισε με ένα κατσαρολάκι γεμάτο με καυτό νερό. Το έριξε μέσα στη λεκάνη. Έπειτα έπιασε το αριστερό του πόδι. Το έδεσε με ένα μαντήλι στο αριστερό κάτω άκρο της καρέκλας. Πήρε μετά το δεξί, έβγαλε το παπούτσι και την κάλτσα και το βύθισε στην λεκάνη.
Το μούλιασε για λίγο. Έπειτα κάθισε στα γόνατα, έβγαλε την ειδική ξύστρα απολέπισης και άρχισε να την κουνάει πάνω κάτω στην πατούσα του Μάνου. Γαργαλήθηκε λίγο, αλλά προσπάθησε να συγκρατηθεί. Εκείνη έγινε πιο επιθετική. Χρησιμοποιούσε την ξύστρα με τέτοια ένταση και τόση δύναμη, που οι πρώτες σταγόνες αίματος δεν άργησαν να πέσουν στην λεκάνη με το ζεστό νερό. Ο Μάνος προφανώς με ένα ανάμεικτο συνάισθημα πόνου και γαργαλητού, αντέδρασε ενστικτωδώς και την κλώτσησε στο πρόσωπο, ρίχνοντας τη στο πάτωμα.
Σηκώθηκε σχεδόν αμέσως και αρπάζοντας ένα κηροπήγιο που βρισκόταν στο τραπέζακι δίπλα της, τον χτύπησε στο μέτωπο προκαλώντας του μια μικρή πληγή που αιμορραγούσε. Τη φίλησε ευλαβικά, σκουπίζοντας το αίμα με τη γλώσσα της. Τον κοίταξε για λίγο, όπως είχε πέσει αναίσθητος και συνέχισε το έργο της. Είχε σχεδόν τελείωσει όταν κοίταξε την λεκάνη. Το νερό είχε γεμίσει με αίμα και κομμάτια από τη σάρκα του ποδιού του. Του άφησε και τα δύο πόδια μέσα στη λεκάνη να στραγγίσουν από τα αίματα.
Έβαλε ένα ποτήρι κρασί ακόμα και άναψε ένα τσιγάρο. Η άκρη του ματιού της έπεσε στις παντόφλες που της είχε κάνει δώρο στην δεύτερη επίσκεψη της στο σπίτι στο Ζούμπερι και βρίσκονταν δίπλα στον καναπέ. Θα της είχε φέρει όταν εκείνη πήγε στο μπάνιο. Ήταν από εκείνες σε σχήμα ζώου, που κάλυπταν ολόκληρο το πόδι, ακόμα και τη φτέρνα. Τα μάτια της έλαμψαν. Γονάτισε και πάλι δίπλα του. Έστρωσε μια πετσέτα στα πόδια της, έβγαλε το ένα του πόδι, το σκούπισε και προσπάθησε να του φορέσει την παντόφλα της. Το μεγάλο του πόδι όμως δεν χωρούσε στην χαριτωμένη, κατά δική του άποψη, παντόφλα. Ανάστεναξε, ενοχλημένη. Έπειτα έβγαλε την πένσα από το βαλιτσάκι και κρατώντας το πόδι του άρχισε να του κόβει ένα ένα τα δάχτυλα.
Τρόμαξε λίγο μπροστά στην ποσότητα αίματος που άρχισε να τρέχει. Ίσως τελικά να έπρεπε να είχε αδειάδσει τη λεκάνη. Ήξερε όμως πως η αιμορραγία κάποια στιγμή θα σταματούσε. Πριν ή μετά την καρδιά του Μάνου δεν τον γνώριζε, αλλά το αποτέλεσμα ήταν εκείνο που μετρούσε. Όταν βεβαιώθηκε πως δεν έτρεχε άλλο αίμα, του φόρεσε τις παντόφλες, που πλέον ταίριαζαν άψογα στα πόδια του.
Τον άφησε εκεί, δεμένο και σηκώθηκε. Παρατήρησε το χώρο. Είχαν ξεφύγει κάποιες κηλίδες αίματος. Έφερε τη σφουγγαρίστρα από το μπάνιο και εξαφάνισε κάθε ίχνος, που θα πιστοποιούσε ότι ήταν εκεί. Κοίταξε το ρολόι της. Σύντομα θα ξημέρωνε. Παρόλο που ένιωθε κουραμένη δεν κοιμήθηκε. Έπρεπε να φύγει όσο το σκοτάδι ήταν ακόμα ικανό να καλύψει τις κινήσεις της.
Στα μισά της διαδρομής, σταμάτησε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου. Έκανε δυο τρεις κλήσεις στο κινητό του. Μετά πήρε στο σταθερό. Ευτυχώς ο Μάνος δεν είχε αντικαταστήσει ακόμα τον τηλεφωνητή και είχε από εκείνους τους παλιούς με την κασέτα, οπότε δεν θα φαινόταν η ώρα της κλήσης. Άφησε το μήνυμα της. «Αγάπη μου ο καιρός στο Λονδίνο είναι καλός. Είμαι στο ξενοδοχείο και σε λίγο θα πέσω για ύπνο. Φοράω τις παντόφλες σου για να σε νιώθω κοντά μου. Ελπίζω να κάνεις και εσύ το ίδιο.» Έκλεισε το τηλέφωνο και χαμογέλασε.
Έφυγε από το ξενοδοχείο την ώρα που θα προσγειωνόταν η πτήση της. Έφτασε την ώρα που θα την άφηνε το ταξί στην είσοδο της πολυκατοικίας. Πήρε τον Μάνο να του πει ότι έφτασε στην Αθήνα. Δεν απάντησε, αλλά η κούραση δεν της άφησε περιθώρια να σκεφτεί. Την Δευτέρα το βράδυ, που ο Μάνος παρέμενε άφαντος άρχισε να ανησυχεί. Κλήσεις στο κινητό και μηνύματα στο σταθερό. Την Τρίτη το αποφάσισε. Θα πήγαινε στο Ζούμπερι. Άνοιξε με το εφεδρικό κλειδί, που έκρυβε στη γλάστρα.
Στο θέαμα που αντίκρυσε έβαλε τις φωνές και έντρομη πήρε την αστυνομία. Αφού ξεπέρασε κάπως το σοκ, έπρεπε να απαντήσει σε κάποιες ερωτήσεις του υπεύθυνου υπαστυνόμου. «Γνωρίζετε αν είχε κάποιους εχθρούς ή κάποιον που να ήθελε να του κάνει κακό;» Έμεινε λίγο άφωνη. Δευτερόλεπα μετά απάντησε ένα «Όχι» τρεμάμενο, σαν να υποννοούσε το ναι. Προσποιήθηκε, πως μάλλον ήταν άνευ σημασίας. Ο υπαστυνόμος επέμενε ότι και η πραμικρή λεπτομέρεια θα μπορούσε να βοηθήσει.
Άρχισε να μιλάει για την περίεργη πρώην κοπέλα του Μάνου, που είχε εμμονή μαζί του. Δεν ήξερε βέβαια πολλά. Τον ενοχλούσε καιρό και όταν έμαθε για την Άννα, άρχισε να γίνεται απειλητική. Ο Μάνος φοβήθηκε και άλλαξε αριθμό τηλεφώνου. Έκτοτε έχασαν τα ίχνη της ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν. «Γνωρίζετε πως την έλεγαν;» ρώτησε ο υπαστυνόμος. «Νομίζω....Μιρέλα, αλλά δεν είμαι βέβαιη. Ο Μάνος δεν μίλαγε γι’ αυτήν. Αλλά δεν νομίζω πως έχει σχέση.» είπε με ήρεμη φωνή.
«Και όμως, ταιριάζει στην υπόθεση. Μια πρώην κοπέλα, που τον θέλει ακόμα, ααφηνιάζει μόλις ακούει το μήνυμα σας στον τηλεφωνητή και γίνεται παρανοϊκή.» είπε εκείνος, σχεδόν σίγουρος πλέον για το κίνητρο του αποτρόπαιου εγκλήματος. Την εικόνα της Άννας που χαμογέλασε, ακολούθησε η ερώτηση γιατί. «Πάντα έλεγε ότι προσέλκυε τις περίεργες κοπέλες και πόσο τυχερός ένιωθε, που επιτέλους είχα βρεθεί εγώ στο δρόμο του.»


